Γιατί το μαγνήσιο χαρακτηρίζεται ως το Μέταλλο της Ζωής;

Το μαγνήσιο είναι ένα από τα βασικότερα μέταλλα για το ανθρώπινο σώμα, καθώς συμμετέχει σε μία ποικιλία σημαντικών βιολογικών και μεταβολικών διεργασιών. Είναι το τέταρτο πιο άφθονο μέταλλο στον ανθρώπινο οργανισμό, γεγονός που το καθιστά απαραίτητο για την καλή υγεία. Ως βασική θρεπτική ουσία, λαμβάνει μέρος σε περισσότερες από 325 ενζυμικές αντιδράσεις στον οργανισμό, από την παραγωγή ενέργειας μέχρι τον έλεγχο της χοληστερόλης. Αυτές οι αντιδράσεις περιλαμβάνουν τη σύνθεση πρωτεϊνών, την παραγωγή και αποθήκευση κυτταρικής ενέργειας, την κυτταρική αναπαραγωγή και ανάπτυξη, τη σύνθεση DNA και RNA και τη σταθεροποίηση μιτοχονδριακών μεμβρανών.
Το μαγνήσιο είναι ένα από τα μέταλλα που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του μεταβολισμού των οστών, της μετάδοσης των νευρικών ώσεων, της καρδιακής διεγερσιμότητας, της νευρομυϊκής αγωγιμότητας, της μυϊκής συστολής, του αγγειοκινητικού τόνου και της αρτηριακής πίεσης. Είναι επίσης σημαντικό για την ηλεκτρική σταθερότητα ανθρώπινων και ζωικών κυττάρων, την ακεραιότητα της κυτταρικής μεμβράνης, τη διατήρηση του αγγειακού τόνου και την υποστήριξη ενός υγιούς ανοσοποιητικού συστήματος. Λόγω αυτών των ζωτικών ρόλων, τα επίπεδα μαγνησίου μπορεί να επηρεάζονται από τους διάφορους στρεσογόνους παράγοντες, στους οποίους εκτίθεται το ανθρώπινο σώμα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε ορισμένες καταστάσεις ασθένειας. Η συμπληρωματική αγωγή με μαγνήσιο μπορεί να έχει θεραπευτικές επιδράσεις σε αυτές τις καταστάσεις.

Η συνολική ποσότητα μαγνησίου που βρίσκεται στο ανθρώπινο σώμα ενός ενήλικα είναι περίπου 25 γραμμάρια. Περίπου το 50-60% αυτής της ποσότητας βρίσκεται στα οστά του σώματος, 35% ενδοκυτταρικά, σε υψηλά μεταβολικά κύτταρα όπως για παράδειγμα στους μύες, στον εγκέφαλο, στην καρδιά, στα νεφρά και στο συκώτι, αποτελώντας τη δεύτερη πιο άφθονη ενδοκυτταρική ουσία. Μόνο το 1% του μαγνησίου βρίσκεται εξωκυτταρικά στον ορό του αίματος και ο οργανισμός καταβάλλει έντονη προσπάθεια για να διατηρήσει σταθερά τα επίπεδά του στο αίμα. Συνεπώς, μία εξέταση αίματος δεν αποτελεί ένδειξη για το πόσο μαγνήσιο υπάρχει στο σώμα μας ανά πάσα στιγμή (π.χ. εάν ένα άτομο πάσχει από υπο- ή υπερμαγνησιαιμία δεν μπορεί να βασιστεί στα αποτελέσματα μίας μόνο εξέτασης αίματος). Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε ότι το μαγνήσιο συνδέεται στενά βιολογικά με το ασβέστιο. Το μαγνήσιο και το ασβέστιο συνεργάζονται για την παραγωγή τριφωσφορικής αδενοσίνης ή ΑΤΡ, μόριο υπεύθυνο για την απελευθέρωση ενέργειας. Αντίθετα, σε πολλές μεταβολικές διεργασίες, όπως η σύνθεση νουκλεϊκών οξέων και πρωτεϊνών, το ασβέστιο και το μαγνήσιο δρουν ανταγωνιστικά. Το μαγνήσιο είναι απαραίτητο για αυτές τις διεργασίες, ενώ το ασβέστιο μπορεί να τις εμποδίσει.
Το μαγνήσιο στο σώμα λαμβάνει μέρος σε σημαντικές λειτουργίες, όπως:

Στη συστολή και την χαλάρωση των μυών
Στην φυσιολογική παραγωγή πρωτεϊνών
Στην παραγωγή και τη μεταφορά ενέργειας
Στη διατήρηση της δομής των οστών
Στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών
Στη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού συστήματος
Στην κυτταρική διαίρεση
Συνιστώμενη Πρόσληψη και Ανεπάρκεια Μαγνησίου


Η Συνιστώμενη Ημερήσια Πρόσληψη (ΣΗΠ) για το μαγνήσιο, η επαρκής δηλαδή ποσότητα που απαιτείται για να καλυφθούν οι ανάγκες σχεδόν όλων (97% -98%) των υγιών ανθρώπων, φαίνεται στο παρακάτω γράφημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μαγνήσιο λαμβάνεται μόνο από εξωτερικές πηγές, αφού δεν παράγεται ενδογενώς, και κατά μέσο όρο μόνο το 35-40% της ποσότητας του μαγνησίου που καταναλώνεται απορροφάται στον ανθρώπινο οργανισμό, ενώ η υπόλοιπη ποσότητα απεκκρίνεται από τον οργανισμό αναλλοίωτη.
 
 


Έρευνες έχουν δείξει ότι η περιεκτικότητα σε μαγνήσιο στις πηγές τροφίμων μειώνεται, με αποτέλεσμα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού στο δυτικό κόσμο να μην καταναλώνει την απαραίτητη ποσότητα μαγνησίου μέσω της διατροφής, και η έλλειψη του μαγνησίου πιθανόν να ευθύνεται για κάποιες χρόνιες παθήσεις. Για παράδειγμα η διατροφή πλούσια σε αλάτι και υδατάνθρακες, ιδιαίτερα η λευκή ζάχαρη και το αλεύρι, η κατανάλωση αλκοόλ, καφεΐνης και αναψυκτικών, η αφυδάτωση, η ανεπάρκεια ηλεκτρολυτών, ορισμένα φάρμακα (π.χ. διουρητικά) και η χαμηλή περιεκτικότητα μετάλλων σε τροφές που καταναλώνονται συνήθως (π.χ. φρούτα, λαχανικά), έχουν οδηγήσει σε αύξηση των μελετών που αξιολογούν την πιθανή σύνδεση ανεπάρκειας μαγνησίου με διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Η ανεπάρκεια μαγνησίου μπορεί να προκληθεί και από έντονη σωματική άσκηση, από την παραγωγή ιδρώτα και από σωματικό και ψυχολογικό στρες. Για όλους τους παραπάνω λόγους, έχει έρθει στο επίκεντρο των ερευνών η αποτελεσματικότητα της συμπληρωματικής διατροφής με μαγνήσιο.

Το μαγνήσιο βρίσκεται στα φύκια, στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, στους ξηρούς καρπούς, και ιδιαίτερα στα καρύδια, στους σπόρους, στα όσπρια, στα δημητριακά ολικής αλέσεως και στη μαύρη σοκολάτα. Η έλλειψη μαγνησίου στη διατροφή προέρχεται από τον τρόπο επεξεργασίας των τροφίμων. Ο τρόπος μαγειρικής επεξεργασίας των τροφίμων μειώνει το μαγνήσιο, ακόμη και από τις τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε μαγνήσιο. Το αλκοόλ, ο καφές, η ζάχαρη και το πλήθος πρωτεϊνών στη διατροφή ευθύνονται επίσης για μειωμένα επίπεδα μαγνησίου στο σώμα.


Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου Cambridge στο Ηνωμένο Βασίλειο που δημοσιεύτηκε το 2013 και είχε ως στόχο την καταγραφή της ανεπαρκούς πρόσληψης μαγνησίου στην Ευρώπη, λιγότερο μαγνήσιο από τη ΣΗΠ καταναλώνει:

το 86% των κοριτσιών ηλικίας 11-17 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο
το 59% των γυναικών ηλικίας 14-50 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο
το 32% των ανδρών ηλικίας 18-60 ετών στη Γαλλία
το 36% των ανδρών ηλικίας 18-60 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο
το 36% των γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο και
το 44% των ανδρών άνω των 60 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο

Σύμφωνα με ελληνική έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2014 σχετικά με την ημερήσια πρόσληψη ιχνοστοιχείων από έφηβους και ενήλικες στην Ελλάδα, καταγράφηκαν τα εξής αποτελέσματα:

24% των αγοριών και 36,8% των κοριτσιών κατά μέσο όρο ηλικίας 9-13 ετών καταναλώνουν λιγότερη από τη ΣΗΠ μαγνησίου
71,7% των ανδρών και 64,6% των γυναικών κατά μέσο όρο ηλικίας 40-60 ετών καταναλώνουν λιγότερη από τη ΣΗΠ μαγνησίου
Η έλλειψη μαγνησίου μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καταστάσεις, όπως:

Μυοσκελετικές παθήσεις, για παράδειγμα μυϊκούς σπασμούς, κράμπες των ποδιών και των δακτύλων, ινομυαλγία και χρόνιο πόνο στο λαιμό και την πλάτη
Νευρικά προβλήματα, όπως ημικρανίες, ίλιγγο, άγχος, σύγχυση και κρίσεις πανικού
Προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, δυσμηνόρροια, προεκλαμψία και εκλαμψία κατά την εγκυμοσύνη, οστεοπόρωση
Καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως θρομβώσεις, υπέρταση ή περιφερική αγγειακή νόσο
Κόπωση, ή αϋπνία
Γαστρεντερικούς σπασμούς, ασθένεια του εντέρου που προκαλείται από δυσκοιλιότητα, κυστίτιδα και σπασμούς της ουροδόχου κύστης, πέτρες νεφρών
Η σοβαρή ανεπάρκεια μαγνησίου μπορεί επίσης να οδηγήσει σε χαμηλά επίπεδα καλίου στο αίμα (υποκαλιαιμία), η οποία μπορεί να προκαλέσει μυϊκή αδυναμία, πόνους και κράμπες

Μερικά από τα πρώιμα συμπτώματα ανεπάρκειας μαγνησίου είναι τα ακόλουθα:

Kόπωση
Αδυναμία
Μυϊκοί σπασμοί
Ημικρανίες
Εξάψεις
Μούδιασμα
Απώλεια όρεξης
Αλλαγές στη διάθεση
Δυσκοιλιότητα
Πόνος στην πλάτη
Ναυτία
Τάση προς έμετο